βραχυβάμων

βρᾰχῠ-βάμων [ᾱ], ον, gen. ονος,
A taking short steps, Arist.Phgn.813a5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραχυβάμων — βραχυβάμων, ον (Α) αυτός που περπατάει με μικρά βήματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς + βάμων < βαίνω (πρβλ. βραδυβάμων, ετεροβάμων κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • βραχυβάμων — taking short steps masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυβάμων — βραδυβάμων, ον (Α) εκείνος που περπατάει αργά. [ΕΤΥΜΟΛ. < βραδύς + βάμων < βαίνω (πρβλ. βραχυβάμων, ετεροβάμων κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • δεκαβάμων — ( ονος), ον (Α) αυτός που έχει δέκα βαθμίδες, δέκα μουσικά διαστήματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα + βαμων < βαίνω (πρβλ. αιθεροβάμων, βραδυβάμων, βραχυβάμων)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.